Οι Ψιθυροι των Κυματων Τησ Βορρησ


Αυτό το καλοκαίρι βρέθηκα για ακόμη μια φορά στην πιο αγαπημένη μου παραλία της Άνδρου, την Βόρρη.

Σε μια από αυτές τις μέρες που η διάθεση είναι κάπως περίεργη κάπως αλλιώτικη.

Η Βόρρη είναι σχεδόν πάντα άγρια και φουρτουνιασμένη.

Μπαρουτιασμένη μπορείς να την αποκαλέσεις. Έχει αυτή την αγριάδα που την κοιτάς και χαζεύεις, αυτά τα κύματα που σκάνε και ο ήχος τους σου προκαλεί διάφορα...

Ηρεμία, αναστάτωση, συγκίνηση, φόβο, ρίγος, γαλήνη όλα αυτά ταυτόχρονα.



Χαζεύω τα κύματα και χάνομαι μέσα στον κατάλευκο αφρό τους, που σκάει πάνω στα βράχια, αφουγκράζομαι τον ήχο τους και αναρωτιέμαι τι έχουν να πουν, ποιά θα ήταν τα λόγια τους που θα ξεστόμιζαν αν είχαν μιλιά, και τα ακούω τόσο δυνατά, τα ακούω με όλη μου την ύπαρξη που ξαφνικά ακούω τις φωνές τους. Μου διηγούνται από που ήρθαν, από ποιό τόπο ξεκίνησαν και τι πέρασαν μέχρι να φτάσουν στα βράχια της Βόρρης όπου τα κοιτώ, τι συνάντησαν στο ταξίδι τους, τα ηλιοβασιλέματα που τα χάιδευαν με φροντίδα απλώνοντας ένα χρυσό δίχτυ πάνω τους. Πόσο δύσκολο και κουραστικό ήταν το πέρασμα τους από τον έναν τόπο στον άλλον, με τι χρειάστηκε να παλέψουν αλλά και τα παιχνίδια που έπαιξαν με το φεγγάρι, άλλοτε κρυφτό κι άλλοτε κυνηγητό.



Με κοιτούν μέσα στα μάτια και με ρωτούν αν θέλω να ακούσω ένα παραμύθι που έχουν να μου διηγηθούν.

Γνέφω πως ναι, θέλω να ακούσω το παραμύθι τους και κοιτώντας με μέσα στα μάτια, ξεκινάνε:


«Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα κορίτσι που τους πλησίασε και τους χάζευε. Κάπως χαμένο έμοιαζε, κουρασμένο και εξαντλημένο. Καθόταν και μας χάζευε, μας άκουγε και απλά μας κοιτούσε με τις ώρες. Μας κοιτούσε τόσο επίμονα σαν να περίμενε κάτι από εμάς σαν να γύρευε να την πλησιάσουμε,

Ήταν τόσο επίμονο το βλέμμα της που μαζευτήκαμε καμιά τέσσερα πέντε κύματα μαζί και σκάσαμε στην παραλία. Προσπαθήσαμε να συρθούμε όσο πιο κοντά της γινόταν. Καταφέραμε να την πλησιάσουμε προσπαθώντας να κάνουμε αισθητή την παρουσία μας, απλά ρίχνοντάς της κάποιες σταγόνες από το θαλασσινό νερό μας πάνω στα μαλλιά της.



Το ένα κύμα από εμάς, το πιο γέρικο και πολυταξιδεμένο άρχισε να της μιλάει,

Κορίτσι μου γλυκό της είπε, μου μοιάζεις λίγο χαμένο και κάπως μοναχικό. Μην τρομάζεις, μην φοβάσαι, την φουρτούνα να ξέρεις ακολουθεί πάντα μια νηνεμία. Μην φοβάσαι αν νιώθεις μικρή και αδύναμη, μην φοβάσαι αν νιώθεις ανήμπορη και εξαντλημένη, μην φοβάσαι αν νιώθεις ασήμαντη και μόνη, είναι μέρος της φουρτούνας, είναι ένα κομμάτι της αλυσίδας της φύσης, είναι αυτό που χρειάζεται για να σκάσει το κύμα, είναι η τρομακτική δύναμη που έχει το κύμα όταν γιγαντώνεται και σκάει στον βράχο και μετά γίνεται σπρέι από χιλιάδες μικρά κομμάτια αφρού που εξατμίζονται στον αέρα και χάνονται.



Σώπασε και μην φοβάσαι την αγριάδα, σώπασε και αφέσου στον ήχο της, άκου τι έχει να σου πει. Άκου τους πολύτιμους ψιθύρους της εμπειρίας της από τα τόσα χρόνια που ταξιδεύει μέσα στο απέραντο γαλάζιο. Ηρέμησε μικρή μου, πάρε το χάδι μου και μην φοβάσαι απλά άκου με, έλα στην αγκαλιά μου και νανουρίσου με την μελωδία μου, εσύ δεν χρειάζεται να κάνεις απολύτως τίποτα, απλά τέντωσε το κορμί σου πάνω μου, άνοιξε τα χέρια σου και κοίτα τον ουρανό. Γαντζώσου πάνω μου και όλα τα άλλα άστα σε εμένα. Εσύ απλά ακούμπησε πάνω μου, κλείδωσε την ύπαρξη σου κι εγώ θα σε ταξιδέψω όπου μας πάει ο άνεμος.

Δεν μπορώ να σου υποσχεθώ ότι το ταξίδι μας θα είναι ήρεμο και ασφαλές δεν γνωρίζω από τώρα αν θα θαλασσοδαρθούμε και σε πόσα βράχια θα χτυπηθούμε, δεν ξέρω σε ποιές θάλασσες θα ταξιδέψουμε ή αν θα μείνουμε για πάντα στα νερά της Άνδρου. Δεν ξέρω, γιατί αν ήξερα, το ταξίδι δεν θα ήταν ταξίδι.

Αυτό που ξέρω είναι ότι δεν θα σε αφήσω μόνη σου, δεν θα σε αφήσω απροστάτευτη, θα σε κρατάω πάνω μου με όλη μου την δύναμη.

Έλα μαζί μου, γλυκό μου κορίτσι και πάρε μαζί σου ότι θέλεις, πάρε μαζί και τα δάκρυα σου δεν με ενοχλούν είμαι συνηθισμένο στην υγρασία.

Έλα μαζί μου και αφέσου στο ταξίδι μας όπου αυτό μας βγάλει.

Εσύ κι εγώ μαζί θα το τιμήσουμε αυτό μας το ταξίδι.»



© 2018 Rountes Fountes, All rights reserved