48 ΩΡΕΣ ΣΤΟ ΝΟΤΙΟ ΠΗΛΙΟ.


Τα τελευταία 2-3 χρόνια έχουμε μια συνήθεια να ανοίγουμε την καλοκαιρινή σεζόν με ένα σαββατοκύριακο στο Πήλιο. Ένα σαββατοκύριακο που κάπως το ξεμακραίνουμε, κολλάμε μια Παρασκευή απογευματάκι και η επιστροφή μας γίνεται Δευτέρα, ίσα ίσα για να προλάβουμε τα απογευματινά ραντεβού της δουλειάς μας.




Το Πήλιο το αγαπάμε ιδιαίτερα γιατί κάθε φορά σου δίνει την δυνατότητα να ανακαλύψεις και μια άλλη γωνιά του, ένα ακόμη χωριό, ένα ακόμη μονοπάτι, μια ακόμη πηγή με γάργαρο νερό, έναν ακόμη κολπίσκο, ένα διαφορετικό ηλιοβασίλεμα. Έχει μια μαγεία και μια ηρεμία που την νιώθεις σαν να μπαίνει στο πετσί σου. Ηρεμεί το βλέμμα σου, καθώς ξαπλώνει στο ηλιοβασίλεμα του Παγασητικού και γαληνεύει η ψυχή σου, στο θρόισμα των φύλλων τριγύρω σου.



Αυτή τη φορά επιλέξαμε να εξερευνήσουμε την πλευρά του Νότιου Πηλίου.




Οδηγώντας από θεσσαλονίκη η πρώτη μας στάση σχεδόν πάντα, είναι τα Ποτιστικά και το υπέροχο Climax. Είναι ένα από τα ωραιότερα beach bar που έχω επισκεφτεί ανά τον κόσμο. Κάθεσαι στις υπέροχες άσπρες ξύλινες πολυθρόνες αγναντεύοντας τη θάλασσα, πίνεις το διάσημο Hugo cocktail σήμα κατατεθέν του μαγαζιού και τρως την ωραιότερη μπρουσκέτα με γαύρο, κόκκινο πιπέρι και λεμόνι με την φλούδα ή την μπρουσκέτα Gravlax με το σολωμό. Όλα αυτά τα απολαμβάνεις με υπέροχο playlist απολύτως ταιριαστό στο περιβάλλον και καταπληκτικό service.



Αφήνοντας πίσω μας τα Ποτιστικά, με αντίστοιχο playlist να παίζει στο αυτοκίνητο και ανοιχτά παράθυρα για να απολαμβάνουμε τις μυρωδιές της φύσης ξεκινήσαμε για τον προορισμό μας, Λαύκος Πηλίου.

Διαλέξαμε να μείνουμε στον ξενώνα Fyloma, ένα παλιό πέτρινο σπίτι το οποίο μετατράπηκε σε ένα κουκλίστικο ξενώνα 5 δωματίων.




Ο Λαύκος είναι ένα μικρό χωριό πολύ γραφικό με μια πανέμορφη πλατεία με ταβερνούλες κάτω από την σκιά των πλατάνων, έναν πατροπαράδοτο παλιό φούρνο και ένα κουκλίστικο παραδοσιακό θαλασσί καφενείο, το παραδοσιακό καφενείο του Φορλίδα, σήμα κατατεθέν του χωριού από το μακρινό 1785. Αν μπεις στο εσωτερικό του καφενείου θα νιώσεις τις ιστορίες να ξετυλίγονται μαζί με τα πλούσια αρώματα από το χαρμάνι του ελληνικού καφέ.




Για το πρώτο μας βράδυ διαλέξαμε την ταβέρνα Δροσιά στην άκρη της πλατείας του Λαύκου όπου φάγαμε πολύ ωραία μαγειρευτά αλλά και ψητά.


1η ημέρα εξόρμησης και το πρόγραμμα ξεκίνησε από μια βουτιά στην παραλία Μικρό, μια παραλία ανοργάνωτη χωρίς ομπρέλλες αλλά με 2 καφέ για να πάρεις τα απαραίτητα.

Αφού δεν αντέξαμε πολύ ώρα στον ήλιο χωρίς ομπρέλα, πήγαμε στον Πλατανιά, μια παραλία με λίγες ξαπλώστρες και μια καντίνα που την έχουν 2 φίλοι. Το σκηνικό αυτής της παραλίας σε μεταφέρει σε μια εποχή από την δεκαετία του '80. Λίγος κόσμος και πολύ ηρεμία.

Εκεί, είχαμε και τα τυχερά μας, μιας που ο φίλος μας ο Σπύρος που είναι ψαροντουφεκάς έβγαλε μια ψαριά ότι πρέπει για το τσιπουράκι του μεσημεριού.



Με τα ψαράκια μας λοιπόν στην σακούλα, πήραμε τον δρόμο και κατηφορίσαμε προς το λιμανάκι του Κατή-Γιώργη ή αλλιώς Αη-Γιώργης όπως θα το συναντήσετε στις πινακίδες του δρόμου. Το λιμανάκι του Κατή-Γιώργη είναι ένα μικρό κολπάκι με άμμο και μερικές ταβέρνες. Διαλέξαμε την ταβέρνα Αρετή, ξεχωρίζοντας τον ιδιοκτήτη από το χαμόγελο του αλλά και την καλή του πρόθεση να ψήσει τα ψάρια μας.





Το φαγητό ήταν καταπληκτικό, οι μεζέδες που συνοδέυουν το τσίπουρο εντυπωσιακοί και το ψήσιμο των ψαριών μας μαρτυρούσε την πείρα του ψήστη. Μην ξεχάσετε οπωσδήποτε να παραγγείλετε τσίπουρο για να γευτείτε τους μεζέδες που το συνοδέυουν όπως τα αχνιστά χτένια, τα αρμιρίκια, την μελιτζάνα τουρσί.



Μετά το φαγητό, αφήσαμε πίσω μας το λιμανάκι του Κατή-Γιώργη και πήραμε τον δρόμο προς Μηλίνα. Μια διαδρομή μαγική, κατά την διάκεια της οποίας συναντήσαμε, καταπράσινες εικόνες, δέντρα, αγνάντι προς τον Παγασητικό και το ωραιότερο ηλιοβασίλεμα να μας συντροφεύει σε όλο το κατηφόρισμα του δρόμου μας μέχρι την Μηλίνα. θεική διαδρομή ειδικά αν την κάνεις την ώρα του ηλιοβασιλέματος. Το βράδυ της μέρας αυτής μας βρήκε στη Μηλίνα πίνοντας το ποτάκι μας πάνω στην πρόβλήτα με τη θάλασσα να ακουμπάει τις πατούσες μας.




2η ημέρα εξόρμησης και για τους δύο από την παρέα το ξυπνητήρι χτύπησε στις 7:00.

Η πρώτη εικόνα που αντίκρυσα μόλις ξύπνησα ήταν αυτή του ήλιου που λαμπύριζε πάνω στην παλιά σκεπή του ξενώνα, παίζοντας ένα παιχνίδι καθρεφτίσματος και κρυφτού ανάμεσα στις σχισμές από τις πηλιορείτκες πλάκες που με τόσο μαεστρία και ευλάβεια έχουν οι μάστορες τοποθετήσει στην στέγη του κτίσματος. Τι πιο όμορφο ξεκίνημα ημέρας!





7:20 είχαμε ξεκινήσει το μονοπάτι της πεζοπορίας μας από τον Λαύκο με κατεύθυνση τη Μηλίνα, φορώντας από μέσα από τα ρούχα μας το μαγιό γιατί είχαμε αποφασίσει ότι ο τερματισμός μας θα γινόταν με μια εντυπωσιακή βουτιά στη θάλασσα από την προβλήτα της Μηλίνας.





Το μονοπάτι αρκετά βατό και για αρχάριους, είχε λίγο από όλες τις ομορφιές του Πηλίου, πυκνή βλάστηση, πηγή με τρεχούμενο νερό μέσα στη μέση του πουθενά, έτσι απλά για να σου δώσει μια φροντίδα, για να σε ξεδιψάσει, ιστούς αράχνης πλεγμένους στο πέρασμα σου για να σου θυμίζουν τη μαγεία του μηχανισμού της φύσης.





Πετρόκτιστο εκκλησάκι, αυτό της Παναγίας της Μεσοσπορίτισσας για να σιγουρευτείς ότι είσαι στο σωστό δρόμο και δεν έχεις χαθεί. Από αυτά τα εκκλησάκια που περνάς και χτυπάς την καμπάνα για να ακούσεις τον ήχο της μέσα στην ησυχία του δάσους, σαν ένα ευχαριστώ για όλη την πληρότητα που νιώθεις εκείνη την στιγμή.



Και αφού έχεις περπατήσει περίπου την μισή διαδρομή, έρχεται η μεγάλη έκπληξη, Εμφανίζεται μπροστά στον ορίζοντα σου η Μηλίνα και τα νησάκια γύρω της που σχηματίζουν μικρά φιόρδ σε μια ήρεμη καταγάλανη θάλασσα που νομίζεις ότι είναι ασάλευτη. θέα από ψηλά σχεδόν αεροπορική θα μπορούσε κανείς να την περιγράψει, δίνοντας σου ακόμη παραπάνω ενέργεια να περπατήσεις για να φτάσεις σε αυτά τα υπέροχα νερά που αγναντεύεις από ψηλά.



Φτάσαμε στη Μηλίνα και σαν παιδάκια που τους έχεις τάξει ένα γλυκό, δεν κρατιόμαστε να βγάλουμε τα σορτσάκια μας και να βουτήξουμε στη θάλασσα, όπως άλλωστε είχαμε υποσχεθεί στον εαυτό μας, ότι αυτό θα ήταν το έπαθλο μας.



Το λιμανάκι της Μηλίνας στις 9:00 το πρωί μου θύμισε και πάλι εικόνα από την παιδική μου ηλικία της δεκαετίας του '80. Οι παπούδες στο καφενείο, κανά δυό τουρίστες στο φούρνο που μόλις είχε βγάλει τις ζεστές πίτες, ο ψαράς να φροντίζει το κατακόκκινο καίκι του και τα ψάρια να απολαμβάνουν το πρωινό τους που μόλις τους είχε σερβιριστεί από τα δίχτυα του ψαρά.



Ανηφορίσαμε από άλλο μονοπάτι για να φτάσουμε στον Λαύκο το οποίο κατά την γνώμη μου δεν ήταν τόσο εντυπωσιακό όσο αυτό που κατεβήκαμε.

Ξαναβρεθήκαμε με το υπόλοιπο της παρέας μας και ξεκινήσαμε για να ανακαλύψουμε καινούργιες παραλίες. Πήραμε τον παραθαλάσσιο δρόμο από Μηλίνα προς Τρίκερι από την πλευρά του Παγασητικού, με πρώτη στάση στη Τζάστενη, μια παραλία που αφήνεις το αυτοκίνητο σου πιο μακριά και την προσεγίζεις με τα πόδια. Δεν έχει τίποτα οπότε χρειάζεται να πας οργανωμένα.



Το χαρακτηριστικό αυτής της παραλίας είναι ένας μώλος με ένα κάτασπρο σπίτι με μπλε ηλεκρίκ παράθυρα, ένα από αυτά τα σπίτια που βλέπεις στα εξώφυλλα των ξένων περιοδικών διακόσμησης και κάπως, έστω για λίγο, φτιάχνεις εικόνα του πως θα ήταν να ζούσες μέσα σε ένα τέτοιο σπίτι.

Αφήνοντας τη Τζάστενη πήγαμε προς τις Κόττες και μετά προς Αλογόπορο για να περάσουμε απέναντι στο νησάκι του Παλιού Τρίκερι. Ένα ακατέργαστο, μαγικής ομορφιάς νησάκι, το οποίο μοιάζει να το έχει ξεχάσει για τα καλά ο χρόνος. Στο νησί αυτό φτάνεις με θαλάσιο ταξί, τηλέφωνο 6980 515111.



Στην κορυφή του λόφου του νησιού θα συναντήσεις το Μοναστήρι της Παναγιάς Ευαγγελίστριας στο οποίο μάλιστα μπορείς να μείνεις σε κάποιο από τα 100 κελιά του μοναστηριού, απολαμβάνοντας τη μαγευτική θέα, την απομόνωση, το φρέσκο πρωινό στην πλακόστρωτη αυλή και την απόλυτη ηρεμία.

Στο λιμανάκι του νησιού βρίσκονται όλες οι ταβερνούλες, που σερβίρουν φρέσκο ψάρι, τηγανητά καλαμαράκια και ξυδάτο χταπόδι. Εμείς διαλέξαμε να κάτσουμε στον Ίσσαλο. Εδώ τα πράγματα είναι απλά, πίνεις το ουζάκι σου και απολαμβάνεις τους πεντανόστιμους ψαρομεζέδες που μυρίζουν καλοκαίρι και παράδοση.

Το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να αφήσεις τους σερβιτόρους να γεμίσουν το τραπέζι σου με τα καλούδια της ημέρας.



Μετά το ουζάκι, περπατήσαμε στην διπλανή παραλία και απολάυσαμε μια μεσημεριανή σιέστα κάτω από τη σκιά των θάμνων ακούγοντας τον ήχο από το κύμα σε πλήρη αρμονία με το τραγούδι των τζιτζικιών.

Μου θύμισε μεσημεριανούς ύπνους της παιδικής μου ηλικίας στην Άνδρο, τότε που μας έβαζαν με το ζόρι να κοιμηθούμε και φυσικά δεν μας έπαιρνε ο ύπνος αλλά καθόμασταν στο κρεββάτι περιμένοντας υπομονετικά να περάσει η ώρα που επιτρεπόταν να σηκωθούμε.

Στην επιστροφή μας προς Λαύκο, από τον επαρχειακό δρόμο Μηλίνα-Τρίκερι, σταματήσαμε στον Μαραθιά για την τελευταία βουτιά της ημέρας.





Καθήσαμε μέχρι να δύσει ο ήλιος, απλά χαζεύοντας τον και ακούγοντας το κύμα. Η εικόνα αυτή ήταν αξέχαστη, είναι αυτό που μπορείς να νιώσεις ότι αφήνεσαι στο κενό, σταματάει κάθε σκέψη, συνδέεσαι με το μέσα σου, είναι εκεί που χρειάζεσαι να βυθιστείς σε μια εσωτερική σιωπή για να μπορείς να απολαύσεις την πληρότητα της του σκηνικού γύρω σου.




Ήταν απλά υπέροχα!

Αυτή τη μαγεία, αυτή τη σύνδεση,, μαζί με το χρώμα των ορτανσιών διαλέγω να παίρνω πίσω στη βαλίτσα μου για να κρατώ την ηρεμία του Πηλίου μέσα μου.















170 views

© 2018 Rountes Fountes, All rights reserved